Παρά του ότι εδώ και 20 χρόνια πλέον, έχουν γραφτεί αρκετά για τον Κρητικό ιχνηλάτη και την κυνηγετική του τακτική, παρά του ότι έχει γίνει από την αρχή μια υπέροχη βίντεο παρουσίαση, υπάρχουν ακόμα αρκετοί οι οποίοι θεωρούν ότι λανθασμένα ο Κρητικός Ιχνηλάτης ονομάστηκε ιχνηλάτης και οι μεν πιστεύουν ότι το όνομα Κρητικός σκύλος είναι αρκετό , ενώ άλλοι θεωρούν ότι το Κρητικός Λαγωνικός ή Μινωικός σκύλος είναι πιο αντιπροσωπευτικό. Και τέλος πάντων δεν υπάρχει λόγος να προσδιορίζεται με κάποιο κυνηγετικό επίθετο αλλά είναι αρκετό το επίθετο που προσδιορίζει τον τόπο καταγωγής. Για την «επίσημη» δε κυνοφιλία το καθιερωμένο όνομα είναι αυτό του Λαγωνικού Θα επιχειρήσω να παρουσιάσω όσο πιο αναλυτικά μπορώ, τους λόγους με βάση τους οποίους ο Κρητικός σκύλος θα πρέπει ή όχι να ονομαστεί και με ποιό επίθετο. Αρχικά θα πρέπει να πούμε ότι το επίθετο Ιχνηλάτης δόθηκε από τον αείμνηστο Δρ. Στ. Μπασουράκο το 1946 όταν για πρώτη φορά έγινε από τον ίδιο μια καταγραφή των υπαρχόντων φυλών σκύλων στην Ελλάδα και με αυτή την καταγραφή ενημέρωσε και την ΔΚΟ τότε ως μέλος της. Έτσι έγινε γνωστή η ύπαρξη από τότε του Ελληνικού Ιχνηλάτη, Κρητικού Ιχνηλάτη, Ελληνικού ποιμενικού, Λαγωνικού της Ρόδου, Τρίχρωμου Ελληνικού Ιχνηλάτη, κ.α. στην FCI και ακολούθησε η μελέτη και αναγνώριση του Ελληνικού Ιχνηλάτη από τον ίδιο. Η ΔΚΟ έχει αποδεχθεί και καθιερώσει τις ονομασίες των φυλών σκύλων με βάση την εργασιακή τους ιδιότητα και έτσι από πολύ παλαιότερα γνωρίζουμε ότι όταν θέλουμε να μιλήσουμε για τον Ελβετικό σκύλο δεν λέμε μόνο αυτό αλλά τον προσδιορίζουμε ως Ιχνηλάτη του Γιούρα, τον Ιταλικό σκύλο ως Ιταλικό Ιχνηλάτη, τον Σικελικό σκύλο ως Τσιρνέκο της Αίτνας (κατά την άποψη των Ιταλών cirniri=ερευνώ ιχνηλατώντας με επιμέλεια, αρά και πάλι Ιχνηλάτης) Γαλλικός Ιχνηλάτης , πχ. Ιχνηλάτης του Αρτουά και έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι χρησιμοποιείται είτε η εθνική είτε η τοπική ονομασία μαζί με την προσδιοριστική εργασιακή. Έτσι λοιπόν και εμείς κάναμε το ίδιο χρησιμοποιήσαμε το τοπικό όνομα Κρητικός και το προσδιοριστικό εργασιακό Ιχνηλάτης. Επίσης θα πρέπει να σκεφτούμε και κάτι ακόμα, αν σε μερικά χρόνια παρουσιάσουμε και μια δεύτερη κρητική φυλή Σκύλου πώς θα την ονομάσουμε, αν την πούμε Κρητικό σκύλο θα έχουμε σύγχυση άρα και πάλι θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ως επίθετο αυτό που θα τον προσδιορίζει εργασιακά και αν τύχει και αυτός να είναι ιχνηλάτης θα πρέπει να υπάρξει και τρίτος προσδιορισμός δηλαδή Κρητικός Ιχνηλάτης μακρύτριχος, η λειότριχος, ή ορεινός, ή μικρόσωμος, ή υψηλόσωμος, κ.τ.λ.π . Το επίθετο αυτό θα πρέπει κατά την γνώμη μου να είναι απολύτως προσδιοριστικό ως προς την κυνηγετική ιδιότητα του σκύλου και αυτό διότι ο Κρητικός Ιχνηλάτης δεν είναι μια οποιαδήποτε φυλή αλλά η πλέον γνωστή αρχαία κυνηγετική φυλή σκύλου. Το επίθετο Λαγωνικός είναι εντελώς αδόκιμο διότι από την μία η λέξη Λαγωνικός προέρχεται όπως έχουμε ξαναγράψει από την παραφθορά της λέξης Λακωνικός και όχι Λαγός και από την άλλη στην συνείδηση των κυνοφίλων η λέξη Λαγωνικός παραπέμπει στους σκύλους δρόμωνες δηλαδή σκυλιά κυνοδρομιών και για σκυλιά με προτεραιότητα στην ταχύτητα όραση, ακοή και όχι στην όσφρηση. Ποια είναι τώρα τα Μυθολογικά και ιστορικά στοιχεία που παρουσιάζουν τον Κρητικό σκύλο και την εργασία του, θα τα πάρουμε από την αρχή ξεκινώντας από το κυνήγι και τα σκυλιά.

«Πρώτοι αυτοί, οι Κρήτες, εισηγήθηκαν την τέχνη του κυνηγίου …..» (Διόδωρος Βιβλιοθήκη Ιστορική 5,65)
«Όταν γεννήθηκε ο Δίας, η τροφός του στο Ιδαίον Άντρον, η αίγα Αμάλθεια, είχε ανάγκη προστασίας, ανέλαβε να την προστατεύσει ένας ιερός χρυσός σκύλος, ο οποίος δεν επέτρεπε σε κανένα να πλησιάσει το ιερό σπήλαιο, και είχε το θεϊκό χάρισμα να μην χάνει ποτέ τα ίχνη του θηράματος που ακολουθούσε, έργο και δώρο του Ηφαίστου στο νεογέννητο. (εκτός από φύλακας είχε ως εξαίρετο θεϊκό χάρισμα την Ιχνηλασία). Μετά τη νίκη των Θεών επί των Γιγάντων και των Τιτάνων και πριν ο Δίας πάρει το δρόμο του για τον Όλυμπο, όρισε το ίδιο σκύλο φύλακα του ιερού του στο νησί. Το σκύλο αυτό έκλεψε, λίγο αργότερα, ο Πανδάρεος και τον πήγε στο Σίπυλον Όρος, στη Μ. Ασία, όπου τον εμπιστεύτηκε στον Τάνταλο να τον κρύψει στο παλάτι του. Όταν αργότερα γύρισε για να τον ζητήσει, ο Τάνταλος, θέλοντας να τον κρατήσει για τον εαυτό του, αρνήθηκε ότι τον είχε παραλάβει ποτέ. Οι θεοί, όμως, που γρήγορα ανακάλυψαν τους δύο κλέφτες, τους τιμώρησαν χωρίς οίκτο, τον μεν Πανδάρεω απολιθώνοντάς τον δε Τάνταλο καταδικάζοντάς τον σε αιώνια δίψα και πείνα.
Κατά μιαν άλλη εκδοχή του μύθου, αυτό το κυνηγόσκυλο ήταν το δεύτερο δώρο, μετά τον χάλκινο γίγαντα Τάλω, που έκανε ο Δίας στην ερωμένη του Ευρώπη. Όπως είπαμε είχε το θεϊκό χάρισμα να μη χάνει ποτέ το θήραμά του, αλλά πάντα να συλλαμβάνει οτιδήποτε κυνηγούσε. Η Ευρώπη το παρέδωσε με τη σειρά της στον αγαπημένο γιό της, το Μίνωα, που του άρεσε το κυνήγι, εκείνος όμως αναγκάστηκε να τον δώσει ως αντάλλαγμα στην Αθηναία Πρόκριδα, η οποία τον θεράπευσε από την τρομερή αρρώστια-κατάρα που τον βάραινε: όταν ξάπλωνε με μια γυναίκα, έβγαιναν από το κορμί του ερπετά και κατέτρωγαν τη σύντροφό του. (Απολλόδωρος, βιβλιοθήκη, 2,4,7: «Τον κύνα όν Πρόκρις ήγαγεν εκ Κρήτης παρά Μίνωος λαβούσα» Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, ΧΧΧΙΙΙ: «Αμφότερα δε ταύτα Μίνως έλαβε και ύστερον εδωρήσατο αύτη»).
Ο σκύλος πέρασε με τη σειρά του, με το όνομα «Λαίλαπα», στον Αθηναίο Κέφαλο, σύντροφο της Πρόκριδος. Όταν η τελευταία πέθανε, ατυχώς, από το χέρι του εραστή της, εκείνος εξορίστηκε στη Θήβα. Εκείνη την εποχή οι Θηβαίοι βασανίζονταν από μια θεϊκή κατάρα, καθώς μια αλεπού με το θεϊκό χάρισμα να μην μπορεί να τη φτάσει στο κυνήγι κανένα άλλο ζωντανό, είχε αποσταλεί από τους θεούς και κατάστρεφε τις καλλιέργειές τους. Για να την εξευμενίζουν οι Θηβαίοι ήταν υποχρεωμένοι να της προσφέρουν κάθε μήνα ένα παιδί για να το κατασπαράξει. Ο Κέφαλος πείστηκε να τους βοηθήσει στο κυνήγι της αλεπούς με τον κρητικό του σκύλο. Το κυνήγι όμως δεν είχε νόημα καθώς ο σκύλος δεν μπορούσε με τίποτε να χάσει το θήραμά του και η αλεπού με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να συλληφθεί. Μερόνυχτα έτρεχαν τα δύο ζώα μέσα στα δάση χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου ο Δίας τα λυπήθηκε και τα απάλλαξε από το μαρτύριό τους απολιθώνοντάς τα.»
Πρώτος ο Ξενοφών απλώς σημειώνει για την φυλή αυτή μεταξύ μερικών άλλων φυλών στον "Kυνηγετικό" του: "Προς δε τον ην τον άγριων κέκτησθε κύνας Iνδικάς, Kρητικάς, Λοκρίδας, Λάκαινας, άρκυς, ακόντια(κεφ.χ)"
Επίγραμμα Αντιπάτρου του Θεσαλονικέως 268 π.Χ. (Από την Ιστορία της Κτηνιατρικής), (Κρήσσα κύων ελάφοιο κατ’ ίχνιον έδραμε Γοργώ, έγκυος, αμφοτέρην Άρτεμιν ευξαμένη. Τίκτε δ’ αποκτείνουσα. Θοή δ’ επένευσεν Ελευθώ άμφω ευαγρίης δώρα και ευτοκίης. Και νύν εννέα παισί διδοί γάλα, φεύγετε, Κρήσσαι κεμμάδες, εκ τοκάδων τέκνα διδασκόμεναι.) «Η Κρητική σκύλα Γοργώ, έγκυος έτρεχε στα ίχνη ενός ελαφιού, προσευχόμενη στην Άρτεμη με τη διπλή της ιδιότητα. Γέννησε καθώς το σκότωνε και γρήγορα η Ελευθώ έφερε δώρο και τα δύο, για επιτυχίες στο κυνήγι και για ευτοκία. Τώρα θηλάζει εννιά κουτάβια. Φεύγετε μακριά νεαρές ελαφίνες της Κρήτης, τώρα που μαθαίνετε τι παιδιά θα βγουν από τέτοιες μάνες».
Αιλιανός, ό.π.: «Κύων Κρήσσα κουφή, και αλτική, και ορειβασίαις σύντροφος και μέντοι και αυτοί Κρήτες τοιούτους αυτούς περιδεικνύσι, και άδει η φήμη» Λιβάνιος, που αναφέρεται από τον Meursius,σελ.95: «Των Κρητών κυνών αι ρινηλατούσαι». Σε πολλά κείμενα αρχαίων συγγραφέων αναφέρονται μαζί με την Σπαρτιάτικη ράτσα που φημίζεται για την καλή οσμή. (Loberck 2 v.7).
Ακολουθούν το θήραμα με την οσμή και είναι οξυδερκή ζώα που μοιάζουν περισσότερο με κοινό σκύλο παρά με Λαγωνικό.( Robert Pashley Esq. (1834) Τόμος Α - σελίδα 46,47)
Οι σκύλοι της Κρήτης όπως και σχεδόν όλοι της Ανατολής, είναι ένα είδος λεβριοειδούς ή κυνηγετικών, από τους οποίους δεν λείπει για να είναι όμορφα σκυλιά, παρά μερικές προφυλάξεις. (G. S. SONNINI Paris an IX (1801) σελίδα 429)
(Joseph Pitton de Tournefort , Από το έργο Relation d'un voyage du Levant, Σελίδα 109) ....Τα σκυλιά της Κρήτης είναι όλα νόθα λαγωνικά κακοφτιαγμένα πολύ λιγνά και σβέλτα, και όλα ανήκουν στην ίδια ράτσα. Το τρίχωμα τους είναι αρκετά άσχημο και από την εμφάνιση τους φαίνεται ότι είναι κάτι μεταξύ λύκου και αλεπούς. …….Στην εξοχή δεν είχαμε παρά να του δώσουμε σήμα, δηλαδή να χτυπήσουμε παλαμάκια και να τον φωνάξουμε με το όνομα του 3-4 φορές. Έφευγε αμέσως για να κυνηγήσει και δεν επέστρεφε ποτέ χωρίς να μας φέρει λαγό ή χοίρο...
DAREMBERG & SAGLIO«Λεξικό Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων» σελ 879-880. Οι σκύλοι αυτοί ήταν γνωστοί για τη δεινότητά τους στο κυνήγι, κυρίως στο κυνήγι του αγριόχοιρου. Ήταν περίφημη η φινέτσα του ρύγχους τους. Ελαφριοί, δυναμικοί, μαχητικοί, δεν κουράζονταν ποτέ στις ορεινές πορείες. Θωρούνταν ικανοί να αναμετρηθούν με αρκούδες ή με άλλα φοβερά θηρία της ίδιας δύναμης. Δεν νοούταν πλήρης αγέλη κυνηγετικών σκύλων χωρίς έναν καλό κρητικό ιχνηλάτη. Τα ωραία αυτά σκυλιά χρησιμοποιούνταν επίσης στη φύλαξη των κοπαδιών, των σπιτιών και των δημόσιων κτηρίων. Ήταν και πολύ χρήσιμοι σύντροφοι στα ταξίδια. Τα ζευγάρωναν με τα Πεονικά ή με τα σκυλιά της Σπάρτης. Άλλες φορές απεικονίζονται στο ρόλο του τσοπανόσκυλου, ζωγραφισμένα δυνατά και με καλά διαγεγραμμένους μυς.Ωστόσο, είναι λιγότερο λεπτόσωμα από τα λαγωνικά, τα πλευρά τους δεν είναι τόσο βαθουλωτά, το κρανίο τους είναι λιγότερο μακρύ, ο λαιμός πιο χοντρός και καλυμμένος από τρίχες, οι γλουτοί πιο σφριγηλοί, η ουρά μακριά και τριχωτή και τα αυτιά κοντά.
Από τις παραπάνω μαρτυρίες προκύπτει αβίαστα ότι ο Κρητικός Ιχνηλάτης ήταν και είναι ένα εξαιρετικό κυνηγετικό σκυλί που χρησιμοποιεί κατά βάση την όσφρηση του για να θηρεύσει και εκθειάζεται για την ιδιότητα του αυτή. Βέβαια χαρακτηρίζετε είτε Λαγωνικοειδής, είτε νόθο λαγωνικό, είτε κοινός σκύλος, είτε κάτι μεταξύ τσακαλιού και αλεπούς, είτε τσακαλιού και λύκου, όλοι όμως συμφωνούν σε κάτι, πρόκειται για ένα εξαιρετικό κυνηγό που χρησιμοποιεί κατά βάση την όσφρηση του για την θήρευση.
Όμως θα πρέπει να ελέγξουμε ακόμα και κάποια άλλα βιολογικά στοιχεία προκειμένου η άποψη μας αυτή να είναι πιο τεκμηριωμένη. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο επί 4 και πλέον χιλιετίες αυτός ο οργανισμός δραστηριοποιείται και αναγκαστικά προσαρμόστηκε. Δηλαδή, ποια είναι η μορφή του βιοτόπου που επηρέασε την ύπαρξη του και ποια τα θηράματα τα οποία κυνηγούσε για να τραφεί. Από την γεωλογία γνωρίζουμε ότι τα τελευταία 10-15 χιλιάδες χρόνια η Κρήτη σαν τόπος είχε την μορφή που έχει και σήμερα, ξηροθερμικό κλίμα, λίγες βροχοπτώσεις, ανώμαλο και βραχώδες έδαφος, απότομα και δυσπρόσιτα βουνά, ακανθώδη βλάστηση, και δάση αραιά με κοιλάδες ανάμεσα τους αλλά και αυτές ανώμαλες και χωρίς μεγάλα κενά και ισιώματα. Αν εξαιρέσουμε τον κάμπο της Μεσσαράς και κάποιους μικρούς κάμπους στα οροπέδια, η μορφολογία της είναι τέτοια που αναγκαστικά ο κάθε οργανισμός προσαρμόστηκε σε αυτή, από τον ίδιο τον άνθρωπο μέχρι και την πανίδα και την χλωρίδα. Άρα η προσαρμογή και του σκύλου σε αυτή την συνθήκη ήταν αναπόφευκτη. Έτσι διαπιστώνουμε ότι ο σκύλος μας είναι τετράγωνος ,το ύψος στο ακρώμιο είναι σχεδόν ίδιο με μια μικρή απόκλιση με το ύψος στα νώτα, τα μπροστινά του πόδια το ίδιο ισχυρά με τα πίσω και όχι λεπτότερα, τα πέλματα του αν και διαθέτουν μακριές φάλαγγες τα κρατάει συνεχώς σε συστολή (σαν την γάτα) για να μπορεί να αναρριχάται και η ουρά του είναι περιστρεφόμενη πάνω στα νώτα σε μια προσπάθεια να φέρει όσο γίνεται το κέντρο βάρους προς τα εμπρός και να βοηθηθεί στην συνεχή αναρρίχηση και στον συνεχή βηματισμό με άλματα από βράχο σε βράχο. Αυτό τα χαρακτηριστικό της περιελισσόμενης ουράς το βρίσκουμε και σε άλλα ζώα στην Κρήτη όπως ο Αίγαγρος, που και αυτός αναγκάζεται να διαβιεί σε απόκρημνα σημεία και να μετακινείται με άλματα. Επίσης συναντάτε και στο σπανιότερο των αιλουροειδών, την Λεοπάρδαλη των Χιονιών η οποία παρότι η ουρά της είναι ίση με το μήκος του σώματος της την φέρει σχεδόν πάντοτε κατά την κίνηση της στους γκρεμούς περιτυλισσόμενη σε 1 ή 2 δακτυλίδια, κοντά και πάνω στα νώτα.
Ακόμα μελετώντας την πανίδα της Κρήτης βλέπουμε ότι και εδώ τα θηράματα τα οποία θα μπορούσε να κυνηγήσει ο Κρητικός Ιχνηλάτης είναι ο Αίγαγρος και ο λαγός, παλαιότερα και με βάση κάποιες μαρτυρίες, αναπόδεικτες ακόμα, και ο αγριόχοιρος, που υπήρχε στην Κρήτη. Έχουμε λοιπόν τρία θηράματα τα οποία από την φύση τους για να κυνηγηθούν χρειάζονται σκυλιά ιχνηλάτες ώστε να ανακαλυφθούν να ξεφωλιαστούν και να θηρευτούν. Επιπλέον η Κρήτη σαν μορφολογία δεν προσφέρεται για την ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας ούτε από τα θηράματα αλλά ούτε για τους θηρευτές. Άρα βλέπουμε ότι και οι μεν και οι δε έχουν προσαρμοστεί σε αυτή την συνθήκη. Ο σκύλος μας λοιπόν αν θα πρέπει να τον κρίνουμε για την ικανότητα του στο τρέξιμο θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε, με επιφύλαξη πάντα, ως δρομέα Μικρών αποστάσεων (sprinder). Δηλαδή, πρόκειται για ένα σκύλο ο οποίος μπορεί να κάνει εκρηκτικές ταχύτητες για λίγα μέτρα και για μικρή απόσταση. Όπως Εξάλλου και τα θηράματα του, που δεν θα μπορούσε κανένας να κάνει κάτι καλύτερο δεδομένων των συνθηκών. Έτσι βλέπουμε τον σκύλο μας να ιχνηλατεί, να ξεφωλιάζει τον λαγό και για τα πρώτα μέτρα, να τον ακολουθεί με την όραση και προσπαθεί να τον αρπάξει και αν δεν το καταφέρει παραιτείται της βίαιης καταδίωξης και ξαναρχίζει την καταδίωξη ιχνηλατώντας τον λαγό με αρκετά γρήγορο τροχασμό, που αν οι συνθήκες (θερμοκρασία, υγρασία κ.α) το επιτρέπουν, τότε η καταδίωξη μπορεί να διαρκέσει για αρκετή ώρα και απόσταση.
Κατασκευαστικά τώρα, ο σκύλος μας είναι σχεδόν τετράγωνος, ενώ ένας σκύλος λαγωνικός θα πρέπει να είναι μακρύτερος από το ύψος στο ακρώμιο (προτιμότερο), η ουρά του θα πρέπει να είναι όσο γίνεται μακρύτερη και ευθεία κατά την κούρσα, προκειμένου να αντισταθμίσει την εξισορρόπηση, ενώ είναι κοντή και περιστρεφόμενη. Τα πόδια του θα πρέπει να είναι υψηλά σε σχέση με τον κορμό και τα πίσω άκρα ισχυρότερα και μυώδη περισσότερο από τα εμπρός , ενώ στον σκύλο μας τα μπροστινά άκρα είναι το ίδιο ισχυρά με τα πίσω. Ο Θώρακας θα έπρεπε να είναι σχεδόν επίπεδος και όχι τα πλευρά να είναι κυκλωτά και ισχυρά όπως στον σκύλο μας. Ακόμα τα αυτιά είναι όρθια που κανένας λαγωνικός σκύλος δεν τα έχει. Όσο για τα δακτυλικά φύματα παρουσιάζονται στο σκύλο μας τόσο ισχυρά, γαμψά και μεγάλα, αναγκαστικά προσαρμοσμένα στο τραχύ έδαφος της Κρήτης και όχι μακριά και λεπτά όπως των Λαγωνικών. Βέβαια όλα αυτά ακούγονται ανορθόδοξα αν σκεφτεί κανείς ότι ναι μεν προωθείται η ονομασία Λαγωνικός αλλά παραδόξως προσπαθούμε να τον αναγνωρίσουμε ως Πρωτόγονη κυνηγετική φυλή και στην θέση 5 της FCI αντί της θέσης 10 (των Λαγωνικών) ή της θέσης 6 (των Ιχνηλατών).
Τέλος για την κυνηγετική τακτική του σκύλου μας αυτοί οι οποίοι έχουν τον πρώτο λόγο είναι οι ίδιοι οι Κρήτες και οι κάτοχοι τέτοιων σκύλων. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία διαπιστώνουν και διαλαλούν την ιχνηλατική του τακτική και συμφωνούν με το επίθετο, αλλά υπάρχουν και αυτοί οι οποίοι θεωρούν ότι προς χάριν της διεθνούς αναγνώρισης καλό θα είναι να θυσιαστεί αυτό το όνομα. Άλλοι πάλι που έχουν τέτοια σκυλιά αλλά δεν κυνηγούν επαρκώς ή καθόλου θεωρούν ότι, πρόκειται για μια προσπάθεια χωρίς αποτέλεσμα εφόσον, κατά την δική τους άποψη, τα σκυλιά τα οποία είναι πολύ καλά κυνηγετικά είναι ελάχιστα και εμφανίζονται τυχαία, άρα η προσπάθεια μάλλον είναι άσκοπη. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί οι οποίοι αντιλαμβάνονται την διαφορετικότητα τη σκύλου μας και καταλαβαίνουν ότι το μυστικό για το ξεκλείδωμα των χαρισμάτων αυτού του σκύλου είναι η κατάλληλη εκγύμναση και όχι η ελπίδα για τον τυχαίο πρωταθλητή. Για μας πάντως που εκτρέφουμε το σκύλο και προσπαθούμε προς αυτήν την κατεύθυνση, η ιχνηλατική ιδιότητα του σκύλου μας είναι δεδομένη και δεν μας προκαλεί εντύπωση. Ελπίζουμε με το χρόνο να αυξηθούν οι μαρτυρίες όσων διαθέτουν δικά μας σκυλιά και να σταματήσουν να κρύβονται από φόβο για την ζωή των σκυλιών τους , έτσι σιγά – σιγά θα πάψουν και οι πιο δύσπιστοι να πιστεύουν σε χίμαιρες, αν και φαίνεται από την στάση του «επίσημου» κυνολογικού οργανισμού, ότι σκοπός του είναι να καρπωθεί την δουλειά άλλων και να παρουσιαστεί ως ειδικός για ίδιον όφελος.
Πηγή: www.kritikosichnilatis.gr
|